- καταχρειόομαι
- κατ-α-χρειόομαι, unbrauchbar gemacht werden
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
κατεχρειώσατο — καταχρειόομαι to be ill treated aor ind mid 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
κατηχρειωμένη — καταχρειόομαι to be ill treated perf part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)